-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το βιβλίο σας «Οι λέξεις-πεταλούδες» και πόσο επηρέασε η ιδιότητά σας ως λογοθεραπεύτρια τη δημιουργία αυτής της ιστορίας;
Το βιβλίο μου «Οι λέξεις-πεταλούδες» γεννήθηκε πριν από δέκα περίπου χρόνια και η ιδιότητά μου ως λογοθεραπεύτρια ήταν εκείνη που το έφερε στον δρόμο μου.
Τα περισσότερα από τα κείμενα που γράφω σχετίζονται με τη δουλειά μου, καθώς ποτέ δεν κατάφερα να τη δω μόνο με τη ματιά του επαγγελματία. Πάντα έβλεπα την επαφή μου με τα παιδιά και τις οικογένειές τους σαν κάτι βαθύτερο. Η σύνδεση που αναπτύσσεται δεν έχει να κάνει μόνο με τεχνικές και μεθόδους, αλλά με κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, που σε συνδυασμό με την επιστήμη οδηγεί πολλές φορές σε μικρά και μεγάλα καθημερινά θαύματα.
Η ιδέα του βιβλίου γεννήθηκε από ένα πραγματικό πρόσωπο.
Κάποιον Σεπτέμβριο, ένα παιδί που παρακολουθούσα για αρκετά χρόνια επέστρεψε στο γραφείο μου μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Η μητέρα του ήταν ιδιαίτερα ανήσυχη και μου εξήγησε πως ο Κωνσταντίνος απέφευγε πλέον να μιλά, παρόλο που μέχρι τότε είχε καταφέρει να επικοινωνεί πολύ όμορφα και αβίαστα. Αν αναγκαζόταν να μιλήσει, έλεγε λίγες μόνο λέξεις και αμέσως κουνούσε ανήσυχα το χέρι του μπροστά στο στόμα του, σαν να προσπαθούσε να τις συγκρατήσει.
Ο Κωνσταντίνος είχε έναν μοναδικό τρόπο να εκφράζεται. Ζωγράφιζε όσα ένιωθε και μέσα από τα σκίτσα του μπορούσε να περιγράψει τον κόσμο του με μεγαλύτερη ευκολία. Πιστεύω βαθιά πως οι άνθρωποι επεξεργάζονται τις πληροφορίες με διαφορετικούς τρόπους. Κάποιοι κατανοούν καλύτερα μια εικόνα παρά πολλές λέξεις. Και αυτό για μένα είναι απολύτως εντάξει.
Συχνά θεωρούμε δεδομένο ότι όλοι πρέπει να μαθαίνουν, να κατανοούν και να εκφράζονται με τον ίδιο τρόπο. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Χρειάζεται να έχουμε ανοιχτό μυαλό και να αποδεχόμαστε ότι δεν μπορούν όλα να γίνονται με τον τρόπο που εμείς έχουμε μάθει. Κάθε παιδί έχει τον δικό του τρόπο να επεξεργάζεται τις εμπειρίες του, να κατανοεί τον κόσμο γύρω του και να επικοινωνεί όσα νιώθει. Άλλωστε όλοι είμαστε διαφορετικοί και μοναδικοί. Πώς θα μπορούσαμε να χωρέσουμε όλοι στο ίδιο καλούπι;
Μέσα από σκίτσα, λίγες λέξεις και πολλά νοήματα, κατάλαβα ότι ο Κωνσταντίνος απέφευγε να μιλά γιατί δεν ήθελε να αφήνει τις λέξεις να βγαίνουν από το στόμα του. Όπως μου εξήγησε, οι λέξεις του ήταν φίλες, πολύ δεμένες μεταξύ τους. Κάθε φορά που μία έβγαινε έξω, γινόταν χαρούμενη γιατί πετούσε ελεύθερη, όμως οι υπόλοιπες που έμεναν πίσω άρχιζαν να παραπονιούνται, να κλαίνε και να φωνάζουν.
Αυτό τον αναστάτωνε πολύ. Θυμάμαι ακόμη τη στιγμή που τον ρώτησα τι θα συμβεί αν αφήσει μια λέξη να βγει ελεύθερη.
Η απάντησή του ήταν μία μόνο λέξη: «Λύπη».
Εκείνη η απάντηση έμεινε βαθιά χαραγμένη μέσα μου.
Όλες αυτές οι φωνές των λέξεων τον τρόμαζαν. Προσπαθούσε να βρει μια λύση, αλλά δεν τα κατάφερνε. Και όταν πια κουράστηκε να παλεύει μαζί τους, αποφάσισε να σταματήσει να μιλά.
Αυτή η «παράξενη» σκέψη του Κωνσταντίνου αποτέλεσε την έμπνευση για τις «Λέξεις-πεταλούδες». Πρόκειται για ένα παραμύθι γεμάτο αλήθεια. Μια ιστορία βγαλμένη από τη δική μας ζωή, από ένα μυστικό που τελικά μοιραστήκαμε με πολλούς ανθρώπους. Γιατί το δικό μας μυστικό δεν κρύβεται στο άκουσμα των λέξεων, αλλά στα βαθιά νοήματά τους.
-Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά τη συγγραφή του βιβλίου;
Καμία ιδιαίτερη πρόκληση δεν αντιμετώπισα κατά τη συγγραφή του βιβλίου. Ίσως γιατί δεν το έγραψα με σκοπό να εκδοθεί ούτε γιατί είχα θέσει κάποιον συγκεκριμένο στόχο. Το έγραψα γιατί το είχα ανάγκη.
Όταν τελείωσα τη δουλειά μου εκείνη την ημέρα, παρόλο που εργαζόμουν ήδη πολλές ώρες και ήμουν κουρασμένη, έμεινα στο γραφείο και έγραψα αυτή την ιστορία. Ήταν κάτι που βγήκε πολύ φυσικά.
Από μικρή συνήθιζα να γράφω όταν κάτι με απασχολούσε έντονα, όταν κάτι με στενοχωρούσε, με συγκινούσε ή με έκανε χαρούμενη. Η γραφή ήταν πάντα ένας τρόπος να βάζω σε τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου. Να τα μετατρέπω σε ιστορίες και να τα βγάζω από μέσα μου.
Με έναν παράξενο τρόπο, η διαδικασία της συγγραφής με βοηθά να βλέπω τα πράγματα πιο καθαρά, να κατανοώ καλύτερα όσα συμβαίνουν γύρω μου και να τα διαχειρίζομαι. Παρόλο που γράφω παραμύθια, η γραφή δεν με απομακρύνει από την πραγματικότητα. Αντίθετα, με βοηθά να τη συναντώ κατάματα, πιο γειωμένη και πολλές φορές πιο δυνατή.
Γι’ αυτό και οι «Λέξεις-πεταλούδες» δεν γεννήθηκαν μέσα από μια πρόκληση που έπρεπε να ξεπεράσω, αλλά μέσα από μια βαθιά ανάγκη να δημιουργήσω μια ιστορία που ζητούσε να ειπωθεί.
-Τι θα θέλατε να κρατήσουν τα παιδιά όταν ολοκληρώσουν την ανάγνωσή του;
Θα ήθελα τα παιδιά, όταν κλείσουν το βιβλίο, να νιώσουν λίγο πιο ελεύθερα. Να κατανοήσουν ότι όλοι μας μπορούμε να είμαστε διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο και ότι δεν χρειάζεται να μιλάμε, να εκφραζόμαστε και να λειτουργούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο.
Θα ήθελα να αισθανθούν τι σημαίνει πραγματικά αποδοχή. Για μένα αποδοχή σημαίνει: «Σε βλέπω. Σε ακούω. Σε σέβομαι. Σε βοηθάω όταν το χρειάζεσαι.» Με λίγα λόγια, σημαίνει: «Σε αφήνω να είσαι η πεταλούδα που είσαι και όχι η πεταλούδα που θέλω εγώ.»
Πόσες φορές όλοι μας, ως γονείς, ως δάσκαλοι ή απλώς ως ενήλικες, παρασυρόμαστε και προσπαθούμε να φέρουμε τα παιδιά μέσα σε ένα πλαίσιο που θεωρείται κοινωνικά πιο αποδεκτό; Και όταν ένα παιδί σπάει αυτή την αλυσίδα και συμπεριφέρεται διαφορετικά, συχνά προσπαθούμε να το περιορίσουμε στα δικά μας δεδομένα. Αντί να πάμε πρώτα εμείς στη δική του πλευρά και να το συναντήσουμε εκεί, περιμένουμε να έρθει εκείνο σε εμάς.
Είναι πολύ σημαντικό για μένα τα παιδιά να νιώσουν και κάτι ακόμη: τη σημασία του «ΝΑ ΜΙΛΑΣ». Να λες αυτό που αισθάνεσαι, αυτό που σκέφτεσαι, αυτό που σε στενοχωρεί ή σε κάνει χαρούμενο.
Σε κάθε παρουσίαση που έχω κάνει για αυτό το βιβλίο έχω εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που πολλά παιδιά λύθηκαν και εκφράστηκαν. Ακόμη και παιδιά γυμνασίου έγραψαν και μοιράστηκαν πράγματα που, όπως μου είπαν, δεν είχαν τολμήσει να εκφράσουν στο σπίτι τους.
Έγραψαν μέσα στις πεταλούδες τους: «Φοβάμαι να πηγαίνω σχολείο», «Φοβάμαι τον μπαμπά μου», «Δεν θέλω να κάνω λάθη», «Αγχώνομαι όταν πρέπει να πω όχι», «Λυπάμαι που δεν έχω φίλους», «Φοβάμαι να εμπιστευτώ» και πολλά ακόμη…
Για μένα είναι πολύ σημαντικό που τα παιδιά μού εμπιστεύτηκαν αυτές τις σκέψεις. Θα ήταν όμως ακόμη πιο σημαντικό να μπορούν να τις μοιράζονται με τους δικούς τους ανθρώπους. Και τις συνθήκες για να συμβεί αυτό οφείλουμε να τις δημιουργήσουμε εμείς οι ενήλικες — γονείς, εκπαιδευτικοί, συγγενείς, φίλοι, ολόκληρη η κοινωνία της οποίας αποτελούμε μέρος.
Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του λέξεις-πεταλούδες. Όλες είναι πολύτιμες. Κι όταν τις αφήνουμε ελεύθερες, ο κόσμος γεμίζει χρώματα και φως.
ΝΑ ΜΙΛΑΣ λοιπόν. Όχι τέλεια. Αλλά με αλήθεια. Γιατί έτσι ο κόσμος γύρω μας γίνεται πιο αληθινός. Και γιατί δεν χρειάζεται να είμαστε τέλειοι. Η σιωπή δεν είναι αδυναμία και κάθε λέξη μας έχει αξία.
-Πώς αντιδρούν τα παιδιά όταν έρχονται σε επαφή με το βιβλίο; Υπάρχει κάποια αντίδραση ή κάποιο σχόλιο που σας έχει μείνει αξέχαστο;
Στις παρουσιάσεις που έχω κάνει μέχρι σήμερα προσπαθώ να προσεγγίζω το βιβλίο με έναν βιωματικό και ταυτόχρονα θεατρικό τρόπο, μετατρέποντας την αφήγηση σε μια ζωντανή και διαδραστική εμπειρία για τα παιδιά.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία έχω δει τα παιδιά να συμμετέχουν, να παρατηρούν και να εμπλέκονται αβίαστα. Είναι σαν να μαθαίνουμε όλοι μαζί μέσα από έναν τρόπο που έχει ως βασικά συστατικά την ελευθερία, τη φαντασία και την επιλογή. Να είμαι εκεί γιατί το θέλω, να αισθάνομαι όμορφα και να μου αρέσει αυτό που ζω.
Τα παιδιά με εντυπωσιάζουν συνεχώς γιατί κατανοούν πολύ περισσότερα απ’ όσα συχνά πιστεύουμε. Μέσα από την κοινωνική διάσταση μιας ιστορίας εκφράζουν σκέψεις και συναισθήματα που πολλές φορές δεν θα μπορούσαν καν να περάσουν από το μυαλό μας.
Απολαμβάνω πραγματικά αυτή τη διαδικασία. Κάθε φορά η καρδιά μου χτυπά σαν να είμαι ερωτευμένη με όλο αυτό. Και μέσα από αυτές τις συναντήσεις κατάλαβα ότι ο έρωτας δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο. Μπορεί να αφορά και τη ζωή, τις στιγμές, τις εμπειρίες και όλα εκείνα που μας κάνουν να νιώθουμε πραγματικά ζωντανοί.
Πολλές αντιδράσεις παιδιών μού έχουν μείνει αξέχαστες.
Θυμάμαι ένα κοριτσάκι που σε όλη τη διάρκεια μιας παρουσίασης καθόταν δίπλα μου και με χάιδευε διαρκώς. Η μητέρα του προσπάθησε να το απομακρύνει, όμως εγώ το άφησα να μείνει εκεί. Γιατί για μένα αυτές οι συναντήσεις δεν έχουν να κάνουν με μια αυστηρά οργανωμένη διαδικασία, αλλά με την ουσιαστική επαφή και το συναίσθημα.
Θυμάμαι επίσης ένα πολύ ζωηρό και ανήσυχο αγόρι που καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίασης δυσκολευόταν να παραμείνει στη θέση του. Άλλαζε συνεχώς θέση, γκρίνιαζε και έμοιαζε να μη μπορεί να βρει τον χώρο του μέσα στην ομάδα. Κάποια στιγμή ξέσπασε σε κλάματα και χρειάστηκε να σταματήσουμε για λίγο.
Όταν όμως στο τέλος άρχισα να συζητώ με τα παιδιά για την ιστορία, ήταν εκείνο που φάνηκε να έχει κατανοήσει βαθύτερα από όλους το μήνυμα του βιβλίου. Οι σκέψεις του ήταν τόσο εύστοχες και ουσιαστικές που με συγκίνησαν πραγματικά.
Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα πόσο εύκολα βγάζουμε συμπεράσματα για τους ανθρώπους. Κάθε παιδί έχει τον δικό του τρόπο να υπάρχει μέσα σε έναν χώρο, να επεξεργάζεται πληροφορίες, να κατανοεί και να εκφράζεται. Και γι’ αυτό η αποδοχή έχει τόσο μεγάλη σημασία.
Όσο για τα μεγαλύτερα παιδιά, ιδιαίτερα τους εφήβους, με συγκινεί βαθιά όταν βρίσκουν το θάρρος να μοιραστούν σκέψεις και συναισθήματα που κρατούσαν μέσα τους για καιρό. Αυτό όμως που θεωρώ ακόμη πιο σημαντικό είναι να δημιουργήσουμε ως ενήλικες τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε οι φωνές των παιδιών να μπορούν να ακούγονται. Να μη νιώθουν μόνα, αόρατα ή χωρίς φωνή.
Γιατί κάθε παιδί έχει κάτι σημαντικό να πει. Αρκεί να βρεθεί κάποιος να το ακούσει πραγματικά.
-Στη σημερινή εποχή, όπου η επικοινωνία γίνεται ολοένα και πιο ψηφιακή, θεωρείτε ότι χάνουμε κάτι από τη μαγεία των λέξεων;
Για μένα προσωπικά, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει ουσιαστικά το ανθρώπινο αποτύπωμα.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνολογία μάς προσφέρει αμέτρητες δυνατότητες επικοινωνίας και αυτό έχει αναμφίβολα πολλά θετικά στοιχεία. Ωστόσο, εδώ και αρκετά χρόνια σκέφτομαι και φοβάμαι καμιά φορά πως όσο προχωράμε, κινδυνεύουμε να μένουμε όλο και περισσότερο μόνοι. Αναρωτιέμαι αν κάποτε θα έρθει η στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας θα βιώνεται ψηφιακά.
Για μένα όμως το θέμα δεν είναι μόνο οι λέξεις. Είναι η επικοινωνία και η ανθρώπινη επαφή. Το «ΝΑ ΜΙΛΑΣ» δεν συνδέεται μόνο με τις λέξεις που λέμε. Συνδέεται με το βλέμμα μας, τις εκφράσεις του προσώπου μας, το σώμα μας, τη φωνή μας, το γέλιο μας, το κλάμα μας, ακόμη και με τις σιωπές μας. Όλα αυτά είναι κομμάτια της επικοινωνίας.
Ίσως γι’ αυτό αισθάνομαι τυχερή που στη ζωή μου είχα και έχω ανθρώπους πολύ κοντινούς, ανθρώπους που αγαπώ και με αγαπούν. Σχέσεις που τις αποκαλώ «σχέσεις ζωής». Αυτές οι σχέσεις ήταν πάντα μια πηγή δύναμης και ασφάλειας για μένα, ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους.
Αυτό που φοβάμαι λοιπόν δεν είναι μόνο μήπως χαθεί η μαγεία των λέξεων. Φοβάμαι μήπως κάποια στιγμή γνωρίζουμε μόνο το νόημά τους, σαν να τις διαβάζουμε σε ένα λεξικό, χωρίς να τις έχουμε πραγματικά αισθανθεί μέσα από την επαφή μας με τους άλλους ανθρώπους.
Γιατί οι λέξεις αποκτούν αληθινό νόημα όταν τις ζούμε.
Όταν αγαπάμε, όταν πληγωνόμαστε, όταν συγχωρούμε, όταν απογοητευόμαστε, όταν γελάμε, όταν χάνουμε και όταν ξανασηκωνόμαστε. Ακόμη και οι δύσκολες εμπειρίες, οι αδικίες ή οι προδοσίες, είναι κομμάτια της ζωής που μας βοηθούν να κατανοήσουμε βαθύτερα τον εαυτό μας και τους άλλους.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πραγματική μαγεία των λέξεων: ότι δεν υπάρχουν μόνο για να τις λέμε ή να τις διαβάζουμε, αλλά για να τις ζούμε.
-Ως επαγγελματίας που εργάζεται καθημερινά με παιδιά, τι πιστεύετε ότι έχουν περισσότερο ανάγκη να ακούσουν σήμερα;
Νομίζω πως τα παιδιά δεν χρειάζεται μόνο να ακούσουν. Χρειάζεται και να αισθανθούν. Βέβαια το ίδιο ισχύει και για όλους μας. Τι σημασία έχει να ακούς τη φράση «σ’ αγαπώ» αν δεν τη βλέπεις και δεν τη νιώθεις στην πράξη;
Όταν ξεκινούσα να εργάζομαι ως λογοθεραπεύτρια, πριν από περίπου είκοσι χρόνια, είχα πολύ άγχος. Αναρωτιόμουν συνεχώς αν μπορώ να τα καταφέρω, αν μπορώ να προχωρήσω. Προέρχομαι από μια οικογένεια με πολύ περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και πολλές φορές ένιωθα πως έπρεπε να δημιουργήσω τα πάντα από το μηδέν.
Θυμάμαι μια συζήτηση που είχα τότε με μια ξαδέρφη μου, μεγαλύτερη από εμένα, την οποία εκτιμούσα πολύ. Καθόμουν στο σπίτι της και της μιλούσα για όλους τους φόβους και τις αμφιβολίες μου. Εκείνη κρατούσε στην αγκαλιά της το μωρό της, που είχε υψηλό πυρετό, και με άκουγε προσεκτικά.
Όταν τελείωσα, μου είπε μόνο μια φράση: «Κατερίνα, αυτή η δουλειά θέλει μόνο αγάπη. Έχεις αγάπη; Αν έχεις αγάπη, προχώρα.»
Αυτή η φράση με συντροφεύει όλα αυτά τα χρόνια.
Γι’ αυτό, αν με ρωτούσε κάποιος τι έχουν περισσότερο ανάγκη τα παιδιά σήμερα, θα απαντούσα: αγάπη. Μια αγάπη που δεν λέγεται μόνο με λόγια, αλλά φαίνεται μέσα από τον χρόνο που αφιερώνουμε, την αποδοχή, το ενδιαφέρον, την παρουσία και τη φροντίδα μας. Πιστεύω πως όταν υπάρχει αγάπη, βρίσκουν τον δρόμο τους και όλα τα υπόλοιπα που έχουν πραγματικά ανάγκη.
-Αν μπορούσατε να μιλήσετε στο παιδί που ήσασταν κάποτε, ποια λέξη θα του χαρίζατε σαν πεταλούδα;
Θα του χάριζα την πεταλούδα με τη λέξη «Μπορώ».
Ήμουν πάντα ένα αρκετά ανασφαλές παιδί. Φοβόμουν συχνά τα επόμενα βήματα, παρόλο που αυτό δεν φαινόταν απαραίτητα προς τα έξω. Πολλές φορές πίστεψα ότι εγώ «δεν μπορώ». Μεγαλώνοντας όμως κατάλαβα κάτι που λέω συχνά και στα παιδιά με τα οποία δουλεύω: αξίζει πάντα να προσπαθούμε.
Γιατί ακόμη κι αν δεν καταφέρουμε να φτάσουμε στον μεγάλο στόχο που έχουμε ονειρευτεί, θα έχουμε κάνει ολόκληρη τη διαδρομή μέχρι εκεί. Και μέσα σε αυτή τη διαδρομή θα έχουμε κατακτήσει πολλούς μικρότερους στόχους, εμπειρίες, γνώσεις και στιγμές που διαφορετικά δεν θα είχαμε ζήσει.
Το στοίχημα δεν το κερδίζει πάντα μόνο εκείνος που ανεβαίνει στο πιο ψηλό βάθρο και παίρνει το μεγαλύτερο χειροκρότημα. Το κερδίζει και εκείνος που τόλμησε να ξεκινήσει το ταξίδι κι εκείνος που έκανε τη διαδρομή μόνο και μόνο για την εμπειρία…. Εκείνος που προσπάθησε. Εκείνος που συνέχισε, ακόμη κι όταν φοβόταν. Γι’ αυτό, αν μπορούσα να χαρίσω μια λέξη-πεταλούδα στο παιδί που ήμουν κάποτε, αυτή θα ήταν η λέξη: «Μπορώ».
-Μέσα από την επαγγελματική σας πορεία, τι σας έχουν διδάξει τα παιδιά για την επικοινωνία και την έκφραση των συναισθημάτων;
Τα παιδιά μάς διδάσκουν καθημερινά, αρκεί να είμαστε πρόθυμοι να τα ακούσουμε πραγματικά. Αυτό που έχω καταλάβει όλα αυτά τα χρόνια είναι πως πριν από οτιδήποτε άλλο, ένα παιδί χρειάζεται να αισθανθεί ασφάλεια. Αυτό λέω και στους νέους συναδέλφους όταν συνεργάζομαι μαζί τους ή τους εκπαιδεύω. Στις πρώτες συναντήσεις δεν χρειάζεται να έχετε στο μυαλό σας μόνο θεραπευτικούς στόχους. Πρώτα φροντίστε το παιδί να σας γνωρίσει, να σας εμπιστευτεί και να αισθανθεί ασφαλές μαζί σας.
Αν δεν χτιστεί αυτή η σχέση, όλα τα υπόλοιπα γίνονται πολύ πιο δύσκολα.
Όταν όμως ένα παιδί νιώσει ασφάλεια, τότε η επικοινωνία και η έκφραση των συναισθημάτων αρχίζουν να βγαίνουν πολύ πιο αυθόρμητα. Δεν χρειάζεται να τις πιέσεις. Έρχονται από μόνες τους.
Τα παιδιά με δίδαξαν επίσης ότι η επικοινωνία δεν περιορίζεται σε έναν μόνο τρόπο. Δεν είναι μόνο οι λέξεις. Είναι το βλέμμα, η κίνηση, το παιχνίδι, η ζωγραφιά, η σιωπή, η αγκαλιά, ακόμη και ένας τρόπος να σε κοιτάξει κάποιος.
Πολλές φορές λέω ότι το πραγματικό κίνητρο του «ΝΑ ΜΙΛΑΣ» είναι να αισθανθείς ότι κερδίζεις κάτι μέσα από αυτή την επικοινωνία. Κανείς δεν επικοινωνεί ουσιαστικά χωρίς λόγο και χωρίς κίνητρο. Όταν όμως βρούμε τον τρόπο που ταιριάζει στον κάθε άνθρωπο, τότε αρχίζουμε σιγά σιγά να συναντιόμαστε στον ίδιο δίαυλο επικοινωνίας.
Ίσως τελικά αυτό που μας ενώνει να μην είναι η ίδια γλώσσα. Αυτό που μας ενώνει είναι η ίδια ανάγκη: να νιώθουμε ότι μας βλέπουν, ότι μας ακούν, ότι μας καταλαβαίνουν και ότι ερχόμαστε πιο κοντά ο ένας στον άλλον.
-Υπάρχει κάποιο νέο συγγραφικό σχέδιο που ετοιμάζετε και θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;
Δέκα χρόνια μετά τις «Λέξεις-πεταλούδες» και έχοντας γράψει αρκετές ιστορίες όλα αυτά τα χρόνια, ξεχώρισα ένα δεύτερο παραμύθι, το οποίο βρίσκεται αυτή την περίοδο στο στάδιο της έκδοσης.
Ο τίτλος του είναι «Με Μισό Καβούκι».
Ένα παραμύθι για τη μοναδικότητα, τη μαγεία της διαφορετικότητας και το θάρρος να συνεχίζουμε ακόμη κι όταν αισθανόμαστε μόνοι.
Πρόκειται για μια ιστορία για τη μοναδικότητα, την αποδοχή και την αγάπη. Για τα παιδιά που μαθαίνουν να προχωρούν μαζί με τις δυσκολίες τους, να αντέχουν, να προσαρμόζονται και να δυναμώνουν ψυχικά και σωματικά, αλλά και για τους γονείς που στέκονται στο πλευρό τους με πίστη και αφοσίωση. Είναι μια ιστορία για τη διαφορετικότητα, αλλά και για τη βαθιά αλήθεια ότι η πραγματική δύναμη βρίσκεται στην αποδοχή του εαυτού μας.
Μιλά για τη φιλία, τη σύνδεση, την εμπιστοσύνη, τον φόβο, τη μοναξιά, την αυτοδυναμία και την αυτοεκτίμηση. Για όλους εκείνους τους ανθρώπους που κάποια στιγμή χρειάστηκε να πιστέψουν ξανά στον εαυτό τους και να καταλάβουν πως η αξία τους δεν καθορίζεται από όσα τους λείπουν, αλλά από όλα όσα ήδη είναι.
Το «μισό καβούκι» αποτελεί μια συμβολική εικόνα της διαφορετικότητας. Μέσα από αυτή την ιστορία επιχειρώ να μεταφέρω το μήνυμα ότι όλοι μας είμαστε πλήρεις έτσι όπως είμαστε. Όποιοι κι αν είμαστε, όπως κι αν είμαστε, ό,τι κι αν θεωρούμε ότι μας λείπει, η αξία μας παραμένει ακέραιη.
Παράλληλα, το βιβλίο αυτό σηματοδοτεί και την έναρξη ενός νέου δημιουργικού βήματος μέσα από τις εκδόσεις Aura Libre, που δημιουργήσαμε μαζί με την επί σειρά ετών συνεργάτιδά μου, εργοθεραπεύτρια Ευθυμία Μπούρα. Το Aura Libre γεννήθηκε μέσα από μια κοινή πορεία στον χώρο της ειδικής αγωγής και από την αγάπη μας για το παιδί, την οικογένεια και τον άνθρωπο, με στόχο τη δημιουργία βιβλίων και εργαλείων που προάγουν την ανάπτυξη, την έκφραση, την αποδοχή, την επικοινωνία, την ανθρώπινη σύνδεση και την ψυχική ενδυνάμωση παιδιών και ενηλίκων.
Εύχομαι το «Με Μισό Καβούκι» να βρει τον δρόμο του στις καρδιές μικρών και μεγάλων αναγνωστών, όπως συνέβη και με τις «Λέξεις-πεταλούδες».










Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 252125