Η Τζένη Κουτσοδημητροπούλου μάς μιλά για τον Ρούπερτ Τίκερμπι, τη μαγεία των Χριστουγέννων και τις παύσεις που αλλάζουν τον χρόνο μέσα μας.
Στη νέα της ιστορία, η Τζένη Κουτσοδημητροπούλου δε γράφει απλώς για έναν κόσμο όπου ο χρόνος παγώνει∙ γράφει για όλα όσα εμείς αφήνουμε να κυλήσουν χωρίς να τα προσέξουμε. Με αφορμή τον Ρούπερτ Τίκερμπι και τη Χρόνοβιλ, η συγγραφέας μάς ανοίγει την πόρτα σε μια χριστουγεννιάτικη αφήγηση που δε φοβάται να αγγίξει και το φως και τη σκιά. Μια ιστορία που μιλά για ευχές που χρειάζονται ανθρώπους για να γίνουν πράξη, για στιγμές που μοιάζουν ακίνητες, για παιδικές αναμνήσεις που μένουν για πάντα, αλλά και για εκείνη τη λεπτή γραμμή όπου η παιδικότητα συναντά την ωριμότητα.
Με λόγο τρυφερό και αληθινό, η Τζένη μοιράζεται μαζί μας τι σημαίνει να γράφεις για παιδιά αλλά να γιατρεύεις και ενήλικες, τι σημαίνει να βλέπεις το βιβλίο σου να γίνεται εκπαιδευτικό εργαλείο, και —πάνω απ’ όλα— τι θα έκανε η ίδια αν είχε «ένα λεπτό χρόνου που δεν τελειώνει ποτέ».
Πώς γεννήθηκε ο Ρούπερτ Τίκερμπι; Ήταν μια εικόνα, μια λέξη, μια δική σας ανάμνηση;
Με τον χρόνο έχω –έχουμε όλοι– μια ιδιαίτερη σχέση, και τα Χριστούγεννα είναι η εποχή που όλοι περιμένουμε με ανυπομονησία και θέλουμε λίγο περισσότερο χρόνο: για ξεκούραση, για γιορτές, για δώρα, για βόλτες, για στιγμές με αγαπημένους μας ανθρώπους, για διάβασμα κτλ. Κι επειδή λίγο πολύ έχω φανταστεί –ή να πω ευχηθεί;– τι καλά θα ήταν να σταματούσε για λίγο ο χρόνος και να κρατούσε η μαγεία των Χριστουγέννων περισσότερο, σκέφτηκα ότι μόνο ένας Ρούπερτ θα μπορούσε να το κάνει πράξη. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα να σταματήσει ο χρόνος στην πόλη Χρόνοβιλ, για να απολαύσουμε όλοι μας τα Χριστούγεννα λίγο παραπάνω! Γιατί ο χρόνος δεν είναι απλώς το ρολόι που τον μετρά, αλλά και οι στιγμές που δημιουργούμε.
Το ρολόι παγώνει — μαζί του και ο χρόνος. Εσείς προσωπικά, έχετε ζήσει ποτέ “στιγμές παύσης”;
Ναι, νομίζω πως όλοι έχουμε ζήσει τέτοιες στιγμές. Εκείνες τις παύσεις που ο χρόνος μοιάζει να σταματά – όταν κάτι σε συγκινεί, όταν βρίσκεσαι κάπου που δε θέλεις να τελειώσει. Για μένα, αυτές οι στιγμές είναι σαν μικρές ανάσες μέσα στη φασαρία της καθημερινότητας, γιατί μου θυμίζουν γιατί συνεχίζω και τι έχει πραγματικά σημασία.
Γιατί επιλέγετε να γράψετε μια χριστουγεννιάτικη ιστορία “λίγο σκοτεινή”; Είναι τα Χριστούγεννα μόνο φως ή και σκιά;
Δε θα την έλεγα ακριβώς σκοτεινή, αλλά με κάποιες πιο σκοτεινές πτυχές. Ήθελα να γράψω μια ιστορία που να χωράει και τη χαρά και τη δυσκολία, γιατί έτσι είναι και η ζωή. Τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο φως και γιορτή, είναι και σκέψη, νοσταλγία, ανάγκη για επαφή. Όταν τα συναντάμε όλα μαζί, τα κάνει πιο αληθινά, πιο ανθρώπινα.
Η ιστορία μιλά για αλληλεγγύη και για τη δύναμη των ευχών. Πιστεύετε στις ευχές; Ή πρέπει κάποιος να τις κυνηγά;
Πιστεύω στις ευχές, αλλά πιο πολύ πιστεύω στους ανθρώπους που τις κάνουν πράξη. Μια ευχή από μόνη της είναι η αρχή. Θα έλεγα ένα μικρό φως που δείχνει τι πραγματικά θέλουμε. Από εκεί και πέρα, χρειάζεται να τη φροντίσουμε και να της δώσουμε χώρο να γίνει πραγματικότητα. Οι ευχές έχουν δύναμη, περισσότερο απ’ ό,τι ίσως νομίζουμε, αρκεί να τις συνοδεύει πείσμα και αγάπη.
Αν παγώναμε σήμερα τον χρόνο — τι θα κρατούσατε ακίνητο; Και τι θα αλλάζατε;
Σίγουρα θα κρατούσα ακίνητους τους ανθρώπους που αγαπώ όταν νιώθουν ευτυχισμένοι. Θα κρατούσα ακίνητες εκείνες τις στιγμές που δε χρειάζεται να πεις τίποτα για να νιώσεις ότι όλα είναι στη θέση τους, ακριβώς όπως πρέπει. Αυτό που θα άλλαζα είναι ό,τι μας κάνει να ξεχνάμε πόσο πολύτιμες είναι αυτές οι μικρές, ήσυχες στιγμές.
Στη δική σας παιδική ηλικία: ποια ήταν “τα Χριστούγεννα που θα θυμάστε για πάντα”;
Τις στιγμές γύρω από το οικογενειακό τραπέζι με τη ζεστασιά, τα γέλια και τις ευχές των δικών μου ανθρώπων. Αυτές που έζησα με αγαπημένα πρόσωπα κατακαλόκαιρο στις παραλίες της Μελβούρνης. Τις παραλίες με την άμμο να γαργαλάει τις πατούσες μας και τα ηλιοκαμένα μάγουλα. Με τα παιχνίδια, τα γέλια και την ξενοιασιά. Και φυσικά τους «Άγιους Βασίληδες» να κάνουν σερφ και εμείς να τρώμε marshmallows γύρω από τη φωτιά το βράδυ.
Πώς είναι για έναν συγγραφέα να βλέπει το βιβλίο του να μετατρέπεται σε σχολικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα;
Είναι μια πολύ όμορφη και συγκινητική εμπειρία. Το να βλέπεις το βιβλίο σου να γίνεται μέρος ενός εκπαιδευτικού προγράμματος σημαίνει ότι οι σκέψεις και οι ιστορίες σου εμπνέουν και φτάνουν σε παιδιά, που ίσως και αυτά με τη σειρά τους ταυτιστούν και βρουν κάτι δικό τους μέσα σε αυτές τις σελίδες. Γίνεται υλικό μάθησης, αφορμή για συζήτηση, διαφωνίες, σκέψεις. Όμως, πέρα από το να μου χαρίζει απίστευτη χαρά είναι και ευθύνη, γιατί, κατά κάποιο τρόπο, το βιβλίο παύει να είναι μόνο δικό σου. Αρχίζει να ζει μέσα στους αναγνώστες του.
Αν ο μικρός αναγνώστης κλείσει το βιβλίο με μία σκέψη — ποια θέλετε να είναι αυτή;
Θα ήθελα να σκεφτεί πως τα Χριστούγεννα δεν είναι απλώς μια μέρα στο ημερολόγιο, αλλά κάτι βαθύτερο που κουβαλάμε μέσα μας. Ακόμα κι αν ο χρόνος σταματήσει, μπορούμε να κρατήσουμε την καλοσύνη, την αλληλεγγύη και την πίστη στους ανθρώπους ζωντανή, γιατί αυτά δεν εξαρτώνται από τον χρόνο.
Πιστεύετε πως η παιδική λογοτεχνία μπορεί να θεραπεύει και τους ενήλικες; Γράφετε με την καρδιά του παιδιού ή με τη σοφία του μεγάλου;
Ναι, πιστεύω ακράδαντα πως η παιδική λογοτεχνία μπορεί να αγγίξει και να θεραπεύσει τους ενήλικες, ίσως γιατί μας επιστρέφει στην απλότητα, εκεί όπου τα πράγματα ήταν πιο καθαρά και αληθινά. Αυτή η απλότητα, η καθαρότητα αγγίζει βαθιά, γιατρεύει και ανοίγει ένα παράθυρο σε έναν καλύτερο κόσμο. Όταν γράφω, δε σκέφτομαι μόνο σαν παιδί ή ως μεγάλος· προσπαθώ να γράφω με την ευαισθησία ενός παιδιού, χωρίς όμως να πετάω από πάνω μου την εμπειρία και την ωριμότητα του ενήλικα. Για μένα, εκεί βρίσκεται η ισορροπία, στη συνάντηση αυτών των δύο.
Αν ο Άγιος Βασίλης σας έδινε ένα λεπτό χρόνου που δεν τελειώνει ποτέ, πώς θα το ξοδεύατε;
Σίγουρα θα το ξόδευα γύρω από ένα τραπέζι με τους ανθρώπους μου, χωρίς τη βιασύνη που πάντα καταφέρνει να «τρυπώσει» στις στιγμές μας. Θα μιλούσαμε, θα γελούσαμε πάνω από ζεστά φαγητά και κανείς δε θα κοιτούσε ρολόι, κανείς δε θα έπρεπε να φύγει.

















