Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία αυξανόμενη τάση στους γονείς μικρών παιδιών, είναι αυτή η διαρκής και σχεδόν αδιάκοπη διαθεσιμότητα. Ο γονέας του σήμερα καλείται να είναι συνεχώς παρών, να ανταποκρίνεται άμεσα σε κάθε ανάγκη του παιδιού, να προλαμβάνει κάθε δυσκολία και να γεμίζει το βλέμμα και την ψυχή του παιδιού με συνεχόμενα ερεθίσματα.
Είναι βέβαιο πως αυτή η συμπεριφορά των σύγχρονων γονέων δημιουργείται από αγάπη και πρόθεση φροντίδας, αξίζει όμως να την επανεξετάσουμε καθώς αυτή η υπερδιαθεσιμότητα ενδέχεται να έχει επιπτώσεις που δεν είναι άμεσα ορατές.
Ο υπερδιαθέσιμος γονέας φαντάζει κάπως έτσι: ένας γονέας που είναι ή ασχολείται όλη την ώρα με το παιδί του. Μεγάλη σημασία όμως σε αυτό παίζει ο τρόπος με τον οποίο είναι παρών ο γονέας αυτός. Αν συνεχόμενα παρεμβαίνω, αν προσπαθώ άμεσα να επιλύσω κάθε δυσκολία του παιδιού μου, αν νιώθω αδύναμος στο να αντέξω και τη παραμικρή δυσφορία του τότε ο πολύς χρόνος που περνάω με το παιδί μου γίνεται ακόμα πιο περίπλοκος και επιβαρυντικός. Για παράδειγμα, ένας γονέας που σπεύδει να βοηθήσει το παιδί του πριν εκείνο δοκιμάσει μόνο του, που του αποσπάει την προσοχή μόνο με ευχάριστα ερεθίσματα και που οργανώνει συνεχώς δραστηριότητες, ώστε να μη βαρεθεί, λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της υπερδιαθεσιμότητας.
Η νηπιακή ηλικία είναι από τις πιο κατάλληλες ηλικίες για να χτιστεί η μετέπειτα αυτονομία του παιδιού, αλλά και η υψηλή, σταθερή του αυτοπεποίθηση. Η συνεχής υπερ- εμπλοκή του γονέα, μπορεί να οδηγήσει σε ένα παιδί που εξαρτάται υπερβολικά από την εξωτερική επιβεβαίωση, και δυσκολεύεται παράλληλα να διαχειριστεί τη μοναξιά. Έτσι, το μήνυμα που άθελα του περνάει ο γονέας είναι ‘’Δεν μπορείς μόνος σου, χρειάζεσαι πάντα εμένα και την παρέα μου’’.
Την ίδια στιγμή, η υπερδιαθεσιμότητα εξαντλεί και τους ίδιους τους γονείς. Η συνεχής εγρήγορση, οι ενοχές που νιώθει ένας γονέας όταν δεν ανταποκρίνεται άμεσα στο παιδί του και η απώλεια του προσωπικού χρόνου ή χρόνου μόνο για το ζευγάρι, μπορούν να οδηγήσουν σε σωματική και ψυχική κόπωση. Και όπως είναι φυσικό, ένας άνθρωπος δεν μπορεί να δώσει μέσα από ένα ‘’άδειο βαρέλι’’. Ένας εξαντλημένος γονέας δυσκολεύεται να μείνει συναισθηματικά παρών, και να είναι ήρεμος. Τα παιδιά από την άλλη, ίσως να μη χρειάζονται συνεχώς διαθέσιμους γονείς, καθώς ένας σταθερός και ψυχικά ανθεκτικός ενήλικας είναι το σημαντικότερο.
Σημαντικό είναι να τονιστεί πως η αυξημένη διαθεσιμότητα των σύγχρονων γονέων δεν είναι αποκλειστικά κάτι αρνητικό. Σε αντίθεση με παλαιότερες γενιές, όπου η αυστηρότητα και η απόσταση θεωρούνταν φυσιολογικά, σήμερα πολλοί γονείς προσπαθούν να είναι συνειδητά παρόντες και συναισθηματικά διαθέσιμοι για τα παιδιά τους. Αυτό βοηθάει τα παιδία να αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια, εμπιστοσύνη και ενδεχομένως να έχουν τα ίδια καλύτερη επαφή με το συναίσθημα τους. Η σύγχρονη γονεϊκότητα έχει επίσης συμβάλλει στο να μάθουμε και να ευαισθητοποιηθούμε γύρω από τις ψυχικές ανάγκες των παιδιών, και απομάκρυνε την πολύ αυστηρή ανατροφή.
Όπως λέω και συχνά σε αγχωμένους γονείς που έρχονται στα γραφεία των ειδικών ψυχικής υγείας: ‘’ Το παιδί σας δεν χρειάζεται έναν γονέα δορυφόρο που να περιστρέφεται συνεχώς από γύρω του.’’ Χρειάζεται μία ασφαλή βάση από την οποία θα απομακρύνεται λίγο λίγο για να ανακαλύπτει τον κόσμο. Χρειάζεται την βαρεμάρα, την αναμονή, τις μικρές απογοητεύσεις, αλλά και χρόνο- χώρο με τον εαυτό του. Κυρίως, όμως χρειάζεται γονείς που να μπορούν να αφιερώνουν οι ίδιοι χρόνο στις προσωπικές του ανάγκες, γονείς που θα του δείξουν πως όλοι οι ρόλοι στην ζωή μας έχουν ανάγκη την φροντίδα και τον χρόνο μας. Δεν χρειάζεται όλη την μέρα να είσαι γονέας χωρίς να είσαι τίποτα άλλο. Η καλή γονεϊκότητα δεν μετριέται σε ώρες διαρκούς παρουσίας και αδιάκοπης ενασχόλησης με το παιδί. Άλλωστε, ένας γονέας που δεν παίζει συνεχώς με το παιδί του, δεν σημαίνει ότι το αγαπά λιγότερο. Καμία φορά, δέκα λεπτά αληθινής επαφής, αξίζουν περισσότερο από ώρες αγχωμένης ‘’υποχρεωτικής’’ παρουσίας.
Αξίζει να μας προβληματίσει η υπερδιαθεσιμότητα των γονέων ως σημάδι μίας άλλης ανάγκης. Μπορεί αυτή να λειτουργεί συχνά ως ένας ασυνείδητος τρόπος κάλυψης προσωπικών κενών, μοναξιάς ή εσωτερικής ματαίωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν η συντροφική σχέση έχει προβλήματα, όλη η συναισθηματική επένδυση μεταφέρεται στο παιδί. Άλλες φορές, η συνεχής ενασχόληση με τις ανάγκες του παιδιού λειτουργεί σαν άμυνα απέναντι σε καταθλιπτικά συμπτώματα του γονέα. Το παιδί τότε κινδυνεύει να γίνει το κέντρο μέσα από το οποίο ο γονέας αντλεί νόημα και συναισθηματική πληρότητα. Ίσως να προσπαθεί να βιώσει και στιγμές που δεν έζησε ή στερήθηκε ο γονέας ως παιδί από τους δικούς του φροντιστές.
Η υγιής γονεϊκότητα, λοιπόν, προϋποθέτει και την ύπαρξη ενός ψυχικά ‘’ζωντανού’’ ενήλικα με προσωπικό χώρο, σχέση, και εσωτερική σταθερότητα.
Ας κρατήσουμε ότι η παρουσία του γονέα είναι καθοριστική για την ανάπτυξη του παιδιού. Όμως, εξίσου σημαντική είναι και η απουσία του σε μικρές, ελεγχόμενες δόσεις. Εκεί στο ‘’κενό’’ που δημιουργείται, το παιδί βρίσκει χώρο να δοκιμάσει, να αποτύχει, να μάθει και τελικά να πιστέψει στον εαυτό του.


















Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 252125